Αρχική » Κτηνοτροφία » Αιγοπροβατοτροφία » Η γιδοτροφία στην Ελλαδα
A+ R A-

Η γιδοτροφία στην Ελλαδα

E-mail Εκτύπωση PDF
Οι έλληνες γιδοτρόφοι αγωνίζονται κάτω από αντίξοες συνθήκες ως ακρίτες της ελληνικής περιφέρειας διατηρώντας ζωντανή την ελληνική κτηνοτροφική παράδοση και στηρίζοντας την ελληνική οικονομία με την παραγωγή ελληνικών προϊόντων ζωικής προέλευσης. Η στήριξη και η παροχή βοήθειας στους Έλληνες γιδοτρόφους, ιδιαίτερα τους νέους σε ηλικία, είναι εθνικό καθήκον για όλους τους φορείς της ελληνικής πολιτείας αφού αποτελούν δομικούς συντελεστές για τη βιωσιμότητα της ελληνικής περιφέρειας, την εξασφάλιση της αυτάρκειας της χώρας σε προϊόντα ζωικής προέλευσης, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης όπως αυτή που διανύουμε, αλλά και για την διατήρηση της ελληνικής παράδοσης.
Γιώργος Αρσένος | Επίκουρος Καθηγητής Κτηνιατρικής Σχολής Α.Π.Θ.

Η παραγωγικότητα των εκτρεφόμενων γιδιών εξαρτάται από το γενότυπό τους, το περιβάλλον διαβίωσης (π.χ., σταβλικές εγκαταστάσεις), τη διατροφή τους, την κατάσταση της υγείας τους, την εφαρμοζόμενη μέθοδο αναπαραγωγής και γενικά τη διαχείριση της εκτροφής. Αντίστοιχα, η βιωσιμότητα και η οικονομική επιτυχία μιας γιδοτροφικής επιχείρησης είναι συνάρτηση των παραγωγικών ιδιοτήτων των εκτρεφόμενων γιδιών.
Η εκτροφή γιδιών έχει ως στόχο την αύξηση της παραγωγής γάλατος και κρέατος με την επιθυμητή κάθε φορά ποιότητα μέσα στο συντομότερο δυνατό χρόνο, καθώς και με το μικρότερο δυνατό κόστος δεδομένου ότι διασφαλίζεται η υγεία και ευζωία των ζώων. Αποτελεί διαχρονική διαπίστωση ότι υπάρχουν πολλά περιθώρια για ποσοτική και ποιοτική αύξηση της παραγωγής της ελληνικής γιδοτροφίας με ταυτόχρονη βελτίωση και εκσυγχρονισμό του συστήματος εκτροφής και της διαχείρισης των ποιμνίων. Αναμφίβολα,  δυνατότητες βελτίωσης και αναβάθμισης της ελληνικής γιδοτροφίας υπάρχουν, αρκεί οι προσπάθειες να γίνονται με σωστό προγραμματισμό και ρεαλισμό.

Η Ελλάδα κατέχει την πρωτιά στον τομέα της εκτροφής γιδιών σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Το εθνικό ποίμνιο αριθμεί περίπου 5 εκατομμύρια ζώα και αντιπροσωπεύει το 47,6% των αρμεγόμενων γιδιών της Ε.Ε ενώ το παραγόμενο γάλα ανήρθε σε 406.955 τόνους για το έτος 2010. Τα εκτρεφόμενα γίδια στην πλειοψηφία τους ανήκουν σε εγχώριες ελληνικές φυλές. Τα καθαρόαιμα ποίμνια ξένων φυλών είναι ελάχιστα και οι περισσότερες ξένες φυλές που είχαν εισαχθεί πριν από δεκαετίες έχουν πλέον «απορροφηθεί» στο εθνικό ποίμνιο. Ειδικότερα, στην Ελλάδα, σήμερα, εκτρέφονται γίδια εγχώριων φυλών και γίδια ξενικών φυλών ή μιγάδες τους με εγχώρια. Η πλειοψηφία όμως των εκτρεφόμενων γιδιών ανήκει σε εγχώριες φυλές, που περιλαμβάνουν κυρίως ζώα μέσου μεγέθους, με ικανοποιητικές παραγωγικές ικανότητες, πλήρως προσαρμοσμένα στις κλιματικές συνθήκες της χώρας μας.
Τα εγχώρια ελληνικά γίδια είναι όλα του γαλακτοπαραγωγού τύπου, ενώ μεταξύ των ποιμνίων, που εκτρέφονται σε διαφορετικές περιοχές της χώρας, παρατηρούνται μορφολογικές και παραγωγικές διαφορές, οι οποίες είναι αποτέλεσμα της εμπειρικής επιλογής από τους γιδοτρόφους και της διαθεσιμότητας φυσικών βοσκοτόπων.
Έτσι, η ανομοιογένεια του πληθυσμού και η μεγάλη κατά περιοχή παραλλακτικότητα, προήλθε από διασταυρώσεις και επιλογή που έγιναν τυχαία και χωρίς συγκεκριμένο προγραμματισμό. Οι περισσότερες προσπάθειες γενετικής βελτίωσης των ελληνικών γιδιών στηρίχθηκαν στη χρήση γεννητόρων από ξενικές φυλές που εισήχθησαν κατά περιόδους. Τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες με χρήση γεννητόρων τράγων της φυλής Σκοπέλου που αποτελεί την καλύτερη ελληνική φυλή γιδιών με υψηλές αποδόσεις αντίστοιχες ξένων φυλών. Καθαρόαιμα γίδια της φυλής Σκοπέλου εκτρέφονται εκτατικά ή ημιεντατικά στη Σκόπελο, Αλόνησο, καθώς και στη περιοχή της Κάρλας στο νομό Μαγνησίας. Για τη φυλή Σκοπέλου υπάρχει σε εξέλιξη πρόγραμμα γενετικής βελτίωσης που περιορίζεται όμως στο επίπεδο της γαλακτομέτρησης χωρίς απογονικό έλεγχο. Πιστεύουμε ότι η φυλή αυτή μπορεί και θα πρέπει να αποτελέσει το βασικό μοχλό για την περαιτέρω ανάπτυξη της ελληνικής γιδοτροφίας. Τα γίδια της φυλής Σκοπέλου διαθέτουν αξιοσημείωτη ικανότητα προσαρμογής σε μεγάλο εύρος κλιματολογικών συνθηκών και είναι κατάλληλα τόσο για επιχειρηματική όσο και για οικόσιτη εκτροφή. Είναι απόλυτα προσαρμοσμένα στις ελληνικές συνθήκες εκτροφής και χαρακτηρίζονται από σχετικά όψιμη γενετήσια ωριμότητα, εμμονή στη γαλακτοπαραγωγή και υψηλή γαλακτοπαραγωγή.

Σε ό,τι αφορά στα υπόλοιπα γίδια που εκτρέφονται στην Ελλάδα η συντριπτική πλειοψηφία ανήκει στην φυλή «εγχώρια ελληνική», που εμφανίζει μεγάλη παραλλακτικότητα σε φαινοτυπικά και παραγωγικά χαρακτηριστικά. Από τις ξενικές φυλές που εισήχθησαν στην Ελλάδα τρεις ήταν οι σπουδαιότερες, η φυλη Ζάανεν (Zaanen), η φυλή Αλπίν (Alpine) και η φυλή Δαμασκού (Damascus). Δυστυχώς καμία από τις προηγούμενες φυλές δεν αποτέλεσε μοχλό για την ανάπτυξη της γιδοτροφίας. Οι προσπάθειες εγκλιματισμού καθαρόαιμων ζώων των φυλών αυτών ουσιαστικά απέτυχαν και τελικά έμειναν μιγάδες τους με ντόπια γίδια.
Τελευταία, συζητείται η φυλή Μούρθια (murciana-granadina) που είναι σχετικά νεόφερτη αφού η αποσπασματική εισαγωγή ζώων άρχισε το 2009. Η τάση αυτή είναι το αποτέλεσμα της έλλειψης εθνικής στρατηγικής για την γιδοτροφία και την κτηνοτροφία γενικότερα, που δυστυχώς είχε και θα έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες για τη βιωσιμότητα και το μέλλον τους. Σε αρκετές περιοχές της χώρας έχουν φτάσει γίδια αυτής της φυλής και υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις σχετικά με την προσαρμοστικότητα, τις αποδόσεις και την ανθεκτικότητα των καθαρόαιμων ατόμων της. Δυστυχώς, για μια ακόμα φορά η επιπολαιότητα και ο καιροσκοπισμός ευνοούν την αλόγιστη εισαγωγή ξενικών φυλών χωρίς κανείς να αντιλαμβάνεται ότι οι πρακτικές αυτές μπορεί να έχουν μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στη γιδοτροφία. Από τη δική μας έρευνα αλλά και τα διαθέσιμα επίσημα στοιχεία για τη φυλή Σκοπέλου αποδεικνύεται ότι τα γίδια της φυλής αυτής έχουν υψηλότερη γαλακτοπαραγωγή από τα αντίστοιχα της φυλής Μούρθια. Αυτό, μάλιστα, χωρίς να έχει γίνει συστηματική γενετική βελτίωση στην Φυλή Σκοπέλου.

Στοχεύοντας στην ανάπτυξη της ελληνικής γιδοτροφίας το Εργαστήριο Ζωοτεχνίας της Κτηνιατρικής Σχολής Θεσσαλονίκης συμμετέχει σε μια σειρά από ευρωπαϊκά προγράμματα με απώτερο σκοπό την ανάπτυξη της γιδοτροφίας και τη παραγωγή καινοτόμων προϊόντων από γίδινο γάλα. Από τη μέχρι σήμερα έρευνα προκύπτουν μια σειρά από ενδιαφέροντα στοιχεία. Σήμερα, δεν υπάρχουν δεδομένα για τις φυσικοχημικές ιδιότητες του γίδινου γάλατος που παράγεται κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες εκτροφής. Η έλλειψη αυτής της γνώσης δεν δίνει τη δυνατότητα να αναδειχθεί ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει η γιδοτροφία στην παραγωγή καινοτόμων και «λειτουργικών τροφίμων». Επιπλέον, αυτό που διαπιστώθηκε είναι ότι ο κλάδος αυτός της κτηνοτροφίας εξελίσσεται με ρυθμούς χελώνας ενώ η ύπαρξη των επιδοτήσεων ουσιαστικά μάλλον αποκλείει κάθε πρωτοβουλία για ουσιαστικές βελτιώσεις με στόχο τη διασφάλιση της υψηλής ποιότητας του παραγόμενου γάλακτος μέσα από την κατάλληλη διατροφή και διαχείριση των ζώων. Η γιδοτροφία είναι ο «ξεχασμένος» και λιγότερο εκσυγχρονισμένος κλάδος της ελληνικής κτηνοτροφίας. Αντιμετωπίστηκε ανέκαθεν ως το απόκομμα της προβατοτροφίας με την επικράτηση των όρων «αιγοπροβατοτροφία» και «αιγοπρόβατα». Βέβαια, είναι γεγονός ότι τα μεικτά ποίμνια είναι ελληνική μοναδικότητα, εντούτοις η γιδοτροφία διαφέρει σημαντικά και έχει πολλές ιδιαιτερότητες σε σχέση με την προβατοτροφία. Χαρακτηρίζεται κυρίως από τα ημιεκτατικά συστήματα εκτροφής τα οποία είναι συνυφασμένα με το φυσικό περιβάλλον της κάθε περιοχής. Βασικό χαρακτηριστικό του κλάδου είναι ότι η εγχώρια παραγωγή γάλατος και κρέατος δεν έχει να αντιμετωπίσει ανταγωνισμό από ομοειδή εισαγόμενα προϊόντα ενώ απουσιάζει η τυποποίηση των παραγόμενων προϊόντων και η οργανωμένη εμπορία τους, ιδιαίτερα σε ότι αφορά στο κρέας. Η πλειοψηφία των ποιμνίων είναι μικρού μεγέθους καθιστώντας την εκτροφή τους αντιοικονομική. Η πλειοψηφία των εκτροφέων είναι πλέον γέροντες χωρίς αντικαταστάτες αφού το επάγγελμα του «γιδοβοσκού» αντιμετωπίζεται ως κοινωνική εξορία.

Η γιδοτροφία με τη προβατοτροφία αποτελούν παραδοσιακό τον κορμό της ελληνικής κτηνοτροφίας. Ιδιαίτερα η γιδοτροφία αποτελεί τη περισσότερο φιλική για το περιβάλλον κτηνοτροφική δραστηριότητα με μεγάλη οικονομική σημασία (συμμετέχει με ποσοστό περίπου 15% στη συνολική ακαθάριστη αξία των ζωικής παραγωγής). Αν και στο παρελθόν τα γίδια κατηγορήθηκαν ως «καταστροφείς» των δασών εντούτοις, μια πιο αντικειμενική προσέγγιση δείχνει ότι συμβάλλουν στη πυροπροστασία και στην ήπια εκμετάλλευση των δασών αλλά και γενικότερα των περιοχών εκείνων που οι εκτάσεις τους δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως βοσκότοποι από κανένα άλλο είδος παραγωγικού ζώου. Είναι γεγονός ότι κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες βόσκησης τα γίδια μπορούν να αποτελέσουν τους καλύτερους προστάτες του φυσικού περιβάλλοντος. Άλλωστε, η εκτροφή των γιδιών ακμάζει σε περιοχές με χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες στο κλίμα, τη μορφολογία του εδάφους και τη βλάστηση.
Είναι γνωστό ότι το κύριο προϊόν της γιδοτροφίας στην Ελλάδα είναι το γάλα. Δυστυχώς, είναι ελάχιστοι αυτοί που γνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες και τα πλεονεκτήματα του γίδινου γάλατος σε σχέση με το αγελαδινό. Οι διαφορές μεταξύ του γίδινου και του αγελαδινού γάλατος έχουν ιδιαίτερη σημασία για ορισμένες ομάδες καταναλωτών παστεριωμένου γάλατος αφού αφορούν  τη χημική του σύνθεση. Για παράδειγμα, το γίδινο γάλα περιέχει σε διαφορετικό ποσοστό λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου και έχει διαφορετική περιεκτικότητα σε βιταμίνες,  αλκαλική φωσφατάση και  καζεΐνες σε σχέση με το αγελαδινό.

Το παραγόμενο κρέας είναι υψηλής ποιότητας με αντιπροσωπευτικό προϊόν το «ερίφιο γάλακτος» ενώ το υπόλοιπο προέρχεται κυρίως από σφάγια ενήλικων θηλυκών και αρσενικών ζώων. Η εμπορία του κρέατος χαρακτηρίζεται από εποχικές διακυμάνσεις σε επίπεδο παραγωγής και τιμών αλλά και από παντελή απουσία τυποποίησης.

Προβλήματα και προοπτικές
Οι διαχρονικοί παράγοντες που εμποδίζουν την υγιή ανάπτυξη της γιδοτροφίας αλλά και γενικά της κτηνοτροφίας στην Ελλάδα σχετίζονται με την ανεξέλικτη εισαγωγή προϊόντων ζωικής προέλευσης, τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι τιμές των εγχώρια παραγόμενων προϊόντων και τέλος με τη μεγάλη διαφορά μεταξύ «τελικής τιμής» και  «τιμής παραγωγού» και ουσιαστικά το «κλέψιμο»  του μεριδίου του παραγωγού από τους μεταποιητές και εμπόρους των προϊόντων ζωικής προέλευσης. Διαχρονική τακτική όμως είναι και η «λήψη μέτρων», οι «επιδοτήσεις», τα «προγράμματα» και οι πολιτικές εξαγγελίες για «στήριξη της κτηνοτροφίας». Το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιο αποτέλεσμα είχαν όλα τα παραπάνω; Ειδικότερα, τι αλλαγή άραγε συντελέστηκε στο τομέα της γιδοτροφίας τα τελευταία 20 χρόνια; Αλλά και γενικότερα θα πρέπει να αξιολογηθεί τι πετύχαμε στην κτηνοτροφία συνολικά.
Από το 1938 που ο αείμνηστος Χατζηόλος κέρδισε το διαγωνισμό του Βαλακάκειου κληροδοτήματος με την 574 σελίδων εργασία του με τίτλο «Το πρόβλημα της κτηνοτροφίας εν Ελλάδι» η θεματολογία στη κτηνοτροφία και μοίρα των κτηνοτρόφων είναι η ίδια! Η βασική επιδίωξη τότε, όπως ακόμα και σήμερα, ήταν να αποκτήσουμε επάρκεια σε προϊόντα ζωικής προέλευσης με αύξηση της παραγωγής για κάλυψη των αναγκών και περιορισμό ή παύση των εισαγωγών. Αντίστοιχα, αξίωμα της Ζωοτεχνίας είναι ότι η εκτροφή των ζώων στοχεύει σε ένα ικανοποιητικό οικονομικό αποτέλεσμα. Αν αυτό δεν επιτυγχάνεται τότε η βιωσιμότητα οποιοδήποτε κλάδου της κτηνοτροφίας είναι ανέφικτη και όσοι ασχολούνται σε αυτή αργά η γρήγορα θα την εγκαταλείψουν προς αναζήτηση άλλης δραστηριότητας. Η γιδοτροφία είναι το κλασσικό παράδειγμα δραστηριότητας που αφέθηκε στη τύχη της αφού:
i.     δεν έγινε ποτέ μια συστηματική έρευνα για να διαπιστωθούν τα αντικειμενικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της γιδοτροφίας και να αποτυπωθεί το κόστος παραγωγής σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα ποιμνίων ώστε να υπάρχει μία βάση αναφοράς,
ii.     δεν αξιολογήθηκε ποτέ η αποτελεσματικότητα όσων προγραμμάτων εφαρμόστηκαν, ούτε ο τρόπος με τον οποίο δίνονταν και δίνονται οι επιδοτήσεις 
iii.     δεν έγινε ποτέ ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα γενετικής βελτίωσης ιδιαίτερα για τη φυλή Σκοπέλου που φαίνεται ότι έχει πολύ αξιόλογο γενετικό δυναμικό και πολύ υψηλές αποδόσεις που την καθιστά ανταγωνιστική ακόμα και με την Αγγλονουβιανή (Anglonubian).

Για τα προβλήματα της γιδοτροφίας έχουν μεγάλη ευθύνη όλοι ανεξαιρέτως οι εθνικοί φορείς για την έλλειψη ενός στρατηγικού σχεδίου ανάπτυξης με ιεράρχηση δράσεων και καθορισμό στόχων με χρονοδιαγράμματα. Ευθύνη όμως έχουν και οι παραγωγοί οι οποίοι «οχυρώνονται» πίσω από την γκλίτσα τους και αναζητούν δικαιολογίες και ευθύνες σε όλους τους άλλους. Οι παραγωγοί δυστυχώς στην πλειοψηφία τους χαρακτηρίζονται από έλλειψη συνεργατικού πνεύματος αλλά και μοναδική «ξεροκεφαλιά» με αποτέλεσμα να αποτελούν εύκολο αντικείμενο εκμετάλλευσης από επιτήδειους της αγοράς.

Το μέλλον της γιδοτροφίας εξαρτάται σε μεγάλο ποσοστό από τους ίδιους τους παραγωγούς. Εντούτοις, όλοι εμείς οι υπόλοιποι (κρατικοί φορείς, ερευνητικά ινστιτούτα, πανεπιστήμια) μπορούμε να έχουμε υποστηρικτικό ρόλο. Ουσιαστικά, το μέλλον του κλάδου θα κριθεί από την έκβαση των προσπαθειών για δημιουργία επιχειρηματικού πνεύματος στους εκτροφείς και στη διαμόρφωση κατάλληλου πλαισίου περιβάλλοντος  συνεργασίας με τις μεταποιητικές επιχειρήσεις για την ανάπτυξη και παραγωγή καινοτόμων γαλακτοκομικών προϊόντων από γίδινο γάλα που θα διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα των εκτροφών και θα έχουν εξαγώγιμα χαρακτηριστικά. Τα μικρά ποίμνια θα πρέπει να αναβαθμιστούν με στόχο τη δημιουργία ημιεντατικά εκτρεφόμενων ποιμνίων μεγέθους 300-500 ζώων. Επιπλέον, η δημιουργία εντατικά εκτρεφόμενων ποιμνίων μέσου μεγέθους (250-400 ζώα) θα πρέπει να συνδυαστεί με ιδιοπαραγωγή ζωοτροφών. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες για βελτίωση της ποιότητας του παραγόμενου γάλατος και γενικότερα των μεθόδων εκτροφής διασφαλίζοντας την υγεία και την ευζωία των εκτρεφόμενων γιδιών.

Το μέλλον της γιδοτροφίας θα κριθεί επίσης από τον αριθμό των νέων ανθρώπων που θα στραφεί και θα ασχοληθεί με αυτή χρησιμοποιώντας βελτιωμένους γενότυπους και υιοθετώντας εντατικοποιημένες μεθόδους εκτροφής με έμφαση στο μηχανικό άρμεγμα των ζώων. Ο στόχος θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη της επιχειρηματικής γιδοτροφίας με εκσυγχρονισμό των ήδη υπαρχόντων κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, καθώς και η δημιουργία νέων μονάδων που θα είναι εφάμιλλες με εκείνες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών όπου ευδοκιμεί η επιχειρηματική γιδοτροφία. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των μονάδων μικρού μεγέθους με παράλληλη αύξηση εκείνων μέσου και μεγάλου μεγέθους, οι οποίες και θα κυριαρχήσουν στο μέλλον. Θα πρέπει όμως να τονιστεί ότι η μετάβαση από τον παραδοσιακό τρόπο εκτροφής σε πιο εντατικές μορφές με υψηλής γαλακτοπαραγωγικής ικανότητας ζώα συνοδεύεται και από αλλαγές στο γενετικό υλικό των εκτρεφόμενων γιδιών, το σταβλισμό και τη μεταχείρισή τους, που είναι ανάλογες με το βαθμό εντατικοποίησης. Η ύπαρξη συνεταιρισμών και ομάδων παραγωγών θα εξασφαλίσει την πολυπόθητη γενετική βελτίωση ενώ θα εδραιωθεί η αντίληψη για διαχείριση του ποιμνίου με σωστή διατροφή, κατάλληλες σταβλικές εγκαταστάσεις, εφαρμογή αρμέγματος με μηχανή και ολοκληρωμένο σχέδιο προληπτικής υγιεινής.